Ένας ακόμη όρος έχει μπει στην ζωή μας χωρίς καλά – καλά να το καταλάβουμε. Μερικοί από μας μάλιστα έχουμε βιώσει την κατάσταση που αυτός ορίζει χωρίς να τον ξέρουμε. Ο λόγος λοιπόν για το burnout.
Τι είναι αυτό; Είναι η κατάσταση που δεν μπορείς να κάνεις πλέον κάτι περισσότερο, κάτι παραπάνω. Έχεις φτάσει στα όρια που λέμε. Κάθε τι που έχει σχέση με δουλειά, παραγωγικότητα, πλάνα, συμβούλια, νέες ιδέες, πληροφορίες πάσης φύσεως και άλλα πολλά παρόμοια σου φέρνουν αναγούλα. Ο ίδιος αισθάνεσαι κουρασμένος, χωρίς καθόλου δυνάμεις. Νομίζεις ότι το μυαλό σου έχει ‘καεί’ και ότι δεν θα ‘ξαναδούλεψει’. Burnout με λίγα λόγια είναι η εγκεφαλική υπερκόπωση ή το επιστημονικότερο ‘σύνδρομο επαγγελματικής υπερφόρτωσης’.
Νομίζετε ότι υπερβάλω; Καθόλου. Η ασθένεια αυτή θεωρείτε ότι είναι πλέον κοινή και η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας θεωρεί ότι έχει λάβει διαστάσεις ‘ψυχο-επιδημίας’ επειδή πλήττει το 40% των εργαζομένων στην Αυστραλία, τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη –χωρίς να εξαιρείται η Ελλάδα. Μάλιστα μελέτες που έχουν γίνει στην χώρα μας, δείχνουν ότι το 45% των νοσηλευτών σε πέντε μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας και ένας στους έξι εκπαιδευτικούς, ανά την επικράτεια, πάσχει από αυτό το σύνδρομο.
Ο όρος εισήχθη από τον Graham Greene όταν έγραφε στα 1960 το μυθιστόρημά με τίτλο ‘Burnt Out Case’. Εκεί έκανε λόγο για την ‘γιγάντια αδιαφορία’ με την οποία έπασχε ο ήρωάς του. Ακολούθησε ο ψυχαναλυτής Herbert Freudenberger ο οποίος το 1974 μετά από κλινικές μελέτες τον ονόμασε ‘πυρκαγιά που καταστρέφει ένα κτήριο’. Βέβαια εκείνη την εποχή το burnout ήταν μια ασθένεια των στελεχών και των κοινωνικών επαγγελμάτων (γιατρών, δασκάλων, κοινωνικών λειτουργών κ. ά.) Σήμερα όμως με ωράρια που πλησιάζουν τις 60 ώρες την εβδομάδα, η ασθένεια αυτή εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις επαγγελματικές κατηγορίες, ιδιαιτέρως δε όπου υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός και εργασιακή πίεση. Κτυπά κυρίως τα στελέχη στην ηλικία των 30 – 40 ετών.
Τα συμπτώματα είναι άλλοτε ελαφρά και άλλοτε ιδιαίτερα επίμονα. Αϋπνίες, πονοκέφαλοι, ανία, κατάθλιψη, νευρικότητα, θυμός, μειωμένη ερωτική διάθεση, υπερένταση, άρνηση επικοινωνίας είναι μερικά από αυτά. Η ψυχολόγος Cristina Maslach κατέγραψε τους πιο σημαντικούς λόγους που οδηγούν κάποιον στο burnout. Αυτοί είναι:
- Η πολλή δουλεία
- Το αναξιοκρατικό περιβάλλον
- Το περιβάλλον εργασίας που δεν είναι σταθερό
- Όταν η εργασία οδηγεί σε πράξεις που αντίκειται στις ηθικές αρχές και αξίες του εργαζόμενου.
- Η αίσθηση ότι η εργασία δεν ανταμείβεται (ηθικά ή υλικά)
- Η αδυναμία για αλλαγή του περιβάλλοντος και των συνθηκών εργασίας προς το καλλίτερο.
- Η συρρίκνωση από τους προϊσταμένους της αυτό-εκτίμησης του εργαζόμενου.
Η Maslach επιμένει ότι πιο επιρρεπείς στο burnout δεν είναι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία (βιολογική ή εργασιακή), όπως θα περίμενε κανείς, αλλά αυτοί που είναι νεώτεροι και ‘πέφτουν με τα μούτρα στην δουλειά’. Το ίδιο συμβαίνει με τους ανύπαντρους ή τους μοναχικούς εργένηδες που βρίσκουν διέξοδο στην εργασία τους. Όλοι αυτοί επενδύουν περισσότερο στην εργασία τους περιμένοντας ανταπόδοση, η οποία τις περισσότερες φορές δεν έρχεται.
Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί υπερβολικά σήμερα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Τα κινητά τηλέφωνα, οι φορητοί υπολογιστές, τα SMS και το MSN καθώς και οι τηλεδιασκέψεις έχουν καταφέρει να αυξήσουν την εργάσιμη ημέρα και να την απλώσουν σε όλο το 24ωρο, σε βάρος της ψυχαγωγίας, της ξεκούρασης, του ύπνου και της κοινωνικής συναναστροφής. Η άποψη ότι κάθε εργαζόμενος πρέπει να είναι ‘πάντα διαθέσιμος’ έχει επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό που κάθε δραστηριότητα εκτός των εργασιακών να θεωρείτε πολυτέλεια και όχι ανάγκη.
Το πόσο σοβαρό είναι το burnout φάνηκε πρόσφατα. Στην France Telecom το κύμα αυτοκτονιών που παρατηρήθηκε ανάγκασε τον υπουργό Εργασίας να συστήσει επειγόντως στις μεγάλες εταιρίες να λάβουν μέτρα κατά του εργασιακού στρες. Στην Βρετανία το Ινστιτούτο Υγείας ανακοίνωσε ότι περισσότερο από 24 δις λίρες τον χρόνο κοστίζουν τα ψυχικά νοσήματα που αφορούν το εργασιακό περιβάλλον. Στην μάχη πλέον έχουν επιστρατευτεί οι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι, οι σύμβουλοι επιχειρήσεων και οι επιθεωρήσεις εργασίας. Σκοπός τους να μας θυμίσουν τα αυτονόητα. Ότι ο κάθε άνθρωπος είναι αυτός που πρέπει να διαχειρίζεται τον χρόνο του. Ότι χρειαζόμαστε ξεκούραση και έξω-επαγγελματικές δραστηριότητες. Ότι πρέπει να βλέπουμε φίλους, την οικογένειά μας, να ξεκουραζόμαστε, να κάνουμε έρωτα και να κοιμόμαστε. Να αφιερώνουμε χρόνο για τον εαυτό μας ρε παιδί μου.
Σκέφτηκα να τα πω όλα αυτά αυτόν τον μήνα γιατί ξεκινούν οι διακοπές του καλοκαιριού. Σίγουρα θα υπάρξουν πιέσεις για να πάρουμε το laptop και το κινητό τηλέφωνο μαζί μας για μια ώρα ανάγκης. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι η ώρα ανάγκης για μας έχει ήδη φτάσει και ότι χρειαζόμαστε χρόνο για μας και τους δικούς μας ανθρώπους. Για τον λόγο αυτό να κάνουμε ΔΙΑΚΟΠΕΣ. Και διακοπές σημαίνει να κάνουμε ότι δεν κάνουμε το υπόλοιπο έτος.
ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙΑΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΛΟΙΠΟΝ
Σας ευχαριστώ για την επίσκεψή σας στο δικτυακό αυτό τόπο και ελπίζω να έχω ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από εσάς
Καλοκαίρι 2010.
Υ.Γ. Σιγά – σιγά ενεργοποιούνται και οι σελίδες στην αγγλική γλώσσα. Μια επίσκεψη σε αυτές μαζί με τις απόψεις και τα σχόλιά σας θα με βοηθούσαν στην βελτίωσή τους.
|